μπαλάντζα

μπαλάντζα
και παλάντζα και παλάντσα, η
1. φορητή ζυγαριά παλαιού τύπου με αριθμημένη ράβδο και ένα βαρίδι πάνω στη ράβδο που δείχνει το βάρος
2. ελλειψοειδής μεταλλικός κύλινδρος που χρησιμοποιείται στο θέατρο και περιέχει σειρά φωτοβολίδων με τις οποίες επιτυγχάνεται ο κατάλληλος κάθε φορά φωτισμός τής σκηνής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. balanza < λατ. palagga < φάλαγξ «ζυγαριά»].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • μπαλάντσο — το ισολογισμός, ισοζύγιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. balanzo (βλ. λ. μπαλάντζα)] …   Dictionary of Greek

  • μπαλαντζάρω — και παλαντσάρω [μπαλάντζα] είμαι ασταθής, κυμαίνομαι …   Dictionary of Greek

  • παλάντζα — η βλ. μπαλάντζα …   Dictionary of Greek

  • (μ)παλαντζάρω — (μ)παλαντζάρισα, κουνιέμαι σαν την μπαλάντζα, είμαι ασταθής ή ασυνεπής: Αποφεύγω να συνεργάζομαι μαζί του γιατί μπαλαντζάρει συνέχεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”